Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιπαρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιπαρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Τα απαραίτητα λιπαρά για την υγεία μας


Τα ω3 λιπαρά οξέα, μαζί με τα ω6 και τα ω9, αποτελούν τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (PUFA), τα οποία είναι υπεύθυνα για τις λειτουργίες των βιολογικών μεμβρανών και συγχρόνως, αποτελούν πρόδρομες ουσίες των ρυθμιστικών λιπιδίων του κυτταρικού μεταβολισμού.

Το α-λινολενικό οξύ (ALA), το εικοσιπεντανοϊκό οξύ (EPA) και το δοκοσαεξανοϊκο οξύ (DHA) αποτελούν, λοιπόν, τα ω3 λιπαρά οξέα της διατροφής μας, άκρως απαραίτητα για τον οργανισμό μας, καθώς δεν μπορεί να τα συνθέσει το σώμα μας, οπότε χρειάζεται να καταναλώσουμε τροφές που τα περιέχουν.

Ποια, όμως, είναι τα οφέλη για την υγεία μας από την κατανάλωση των ω3 λιπαρών οξέων; Έρευνες αποδεικνύουν πως τα ω3 λιπαρά οξέα μειώνουν την «κακή» χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια στο αίμα, ενώ αυξάνουν την «καλή» χοληστερόλη, προστατεύοντας από καρδιαγγειακές παθήσεις. Ρυθμίζουν τη γλυκόζη στο αίμα και μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου Ι σε παιδιά με οικογενειακό ιστορικό.

Επίσης, συμβάλλουν στην καλή λειτουργία του εγκεφάλου, καθυστερούν την εκδήλωση της νόσου Alzheimer και αυξάνουν την ικανότητα μάθησης και συγκέντρωσης στην παιδική ηλικία. Ακόμα, μια διατροφή πλούσια σε ω3 λιπαρά οξέα φαίνεται να προστατεύει από παθήσεις των ματιών που εμφανίζονται στην τρίτη ηλικία, δρα ενάντια στο άσθμα, τη ψωρίαση, τα εγκαύματα, την ελκώδη κολίτιδα και άλλα φλεγμονώδη- αυτοάνοσα νοσήματα, συμβάλλει στην υγεία των αρθρώσεων και μειώνει τον πόνο σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Επιπλέον, τα ω3 συμβάλλουν στην αύξηση του ασβεστίου στο αίμα, προλαμβάνοντας την εμφάνιση της οστεοπόρωσης και προστατεύουν από πολλά είδη καρκίνου.

Επιπρόσθετα, συμβάλλουν στην σωστή ανάπτυξη του εμβρύου και ίσως, να δρουν θετικά σε περιπτώσεις ατόμων που πάσχουν από σχιζοφρένεια και διπολική κατάθλιψη. Τέλος, η κατανάλωση των ω3 λιπαρών οξέων επιδρά κατά τη διάρκεια απώλειας βάρους, θετικά ευτυχώς, καθώς μετά από ένα γεύμα πλούσιο σε ω3, αυξάνεται η αίσθηση της πληρότητας.

Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα τα καλά που μας χαρίζουν τα ω3 λιπαρά οξέα, ας μάθουμε και σε ποιες τροφές βρίσκονται! Τα ω3 θα τα βρούμε στα ψάρια, κυρίως στην αντσούγια, το γαύρο, τη σαρδέλλα, το σκουμπρί, τη ρέγκα, τον τόνο, το σολομό, τον κολιό και την πέστροφα. Επίσης, τα λάδια και κυρίως το λινέλαιο και το σογιέλαιο είναι πλούσια σε ω3. Ακόμη, καταναλώνοντας καρύδια, φουντούκια, βρώμη, σιτάρι, λιναρόσπορο, φασόλια, ρεβίθια, σόγια, γλιστρίδα, σπανάκι, μπρόκολο, κάστανα και εμπλουτισμένα με ω3 λιπαρά μαργαρίνες, γαλακτοκομικά και αυγά, μπορούμε να προσλάβουμε τα απαραίτητα αυτά λιπαρά καθημερινά.

Πόσα ω3 λιπαρά οξέα χρειαζόμαστε καθημερινά; Είναι, λοιπόν, απαραίτητη η πρόσληψη 250 mg την ημέρα. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να καταναλώνουμε 2-3 φορές την εβδομάδα ψάρι, αρκετά συχνά όσπρια, καθημερινά σαλάτες και ξηρούς καρπούς με μέτρο. Όσον αφορά τα ψάρια, καλό θα ήταν να επιλέγουμε ψάρια «ανοιχτής» θαλάσσης (διότι αυτά τρέφονται με φυτοπλαγκτόν, οπότε θα μας παρέχουν μεγαλύτερη ποσότητα ω3 λιπαρών), να μην τα τηγανίζουμε, αλλά να τα ψήνουμε ή να τα βράζουμε σε χαμηλές θερμοκρασίες και για λίγη ώρα, αλλιώς καταστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος των ω3.

Επωφεληθείτε, λοιπόν, από μια διατροφή, που έχει βάση τη Μεσογειακή Πυραμίδα και την συχνή κατανάλωση ψαριών και όχι μόνο, και αφήστε τα ω3 λιπαρά οξέα να κάνουν το θαύμα τους!


Πηγή : iator.gr

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Η έκτη γεύση είναι η λιπαρή!




Επιστήμονες ανακάλυψαν την έκτη βασική αίσθηση που μπορεί να ανιχνεύσει η ανθρώπινη γλώσσα – αφορά το λίπος των τροφών.

Επί μακρόν οι ειδικοί πίστευαν ότι η ανθρώπινη γλώσσα μπορεί να ανιχνεύσει μόνο τέσσερις βασικές γεύσεις: τη γλυκιά, την πικρή, την ξινή και την αλμυρή. Στη συνέχεια το 2000 εντοπίστηκαν στη γλώσσα ειδικοί κάλυκες που ανιχνεύουν μια πέμπτη γεύση, η οποία ονομάστηκε ουμάμι (umami). Η γεύση ουμάμι περιγράφεται ως πικάντικη γεύση ζωμού ή κρέατος, που δίνει αίσθημα πληρότητας. Η νοστιμιά της οφείλεται στο όξινο γλουταμινικό νάτριο το οποίο προστίθεται στα τρόφιμα ως βελτιωτικό γεύσης.

Η αίσθηση των μορίων του λίπους

Τώρα αμερικανοί ερευνητές εντόπισαν έναν χημικό υποδοχέα στους κάλυκες της γλώσσας ο οποίος αναγνωρίζει μια έκτη αίσθηση – τα μόρια του λίπους. Οι επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις ανακάλυψαν μάλιστα ότι η ευαισθησία στη συγκεκριμένη γεύση διαφέρει μεταξύ των ανθρώπων. Όπως σημειώνουν, το νέο εύρημά τους μπορεί να εξηγήσει για ποιον λόγο κάποια άτομα καταναλώνουν περισσότερες λιπαρές τροφές: λόγω μειωμένης ευαισθησίας δεν αντιλαμβάνονται τι τρώνε! Ετσι, ελπίζουν ότι η ανακάλυψή τους θα βοηθήσει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αυξάνοντας την ευαισθησία κάποιων ατόμων στα λιπαρά των τροφίμων που καταναλώνουν.

Οι ειδικοί είδαν συγκεκριμένα ότι τα άτομα που εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα του υποδοχέα CD36 ήταν σε θέση να ανιχνεύουν ευκολότερα την ύπαρξη λιπαρών στις τροφές. Στη συνέχεια ανακάλυψαν ότι παραλλαγές ενός γονιδίου που κωδικοποιεί για τον υποδοχέα CD36 κάνουν το άτομο περισσότερο ή λιγότερο ευαίσθητο στο λίπος των τροφών.

Σύνδεση με την παχυσαρκία

Όπως ανέφερε η επικεφαλής της μελέτης καθηγήτρια Νάντα Αμπουμράντ «απώτερος σκοπός μας είναι να κατανοήσουμε πώς η αντίληψη του κάθε ατόμου σχετικά με το λίπος των τροφών μπορεί να επηρεάσει τις διατροφικές επιλογές του καθώς και τις ποσότητες τροφής που καταναλώνει». Η καθηγήτρια προσέθεσε ότι «αυτό που πρέπει να προσδιορίσουμε στο μέλλον είναι εάν η ικανότητα ανίχνευσης των λιπαρών στις τροφές επηρεάζει την πρόσληψη λίπους, γεγονός που σαφώς θα έχει επίδραση στην παχυσαρκία».

Η νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Lipid Research» έδειξε ότι άτομα που εμφάνιζαν 50% χαμηλότερα επίπεδα του υποδοχέα CD36 παρουσίαζαν οκτώ φορές μικρότερη ευαισθησία στην παρουσία λιπαρών στο φαγητό.

2 στους 10 με γονιδιακή ευαισθησία στην παχυσαρκία

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ποσοστό ως και 20% του πληθυσμού φέρει μια παραλλαγή του γονιδίου η οποία συνδέεται με την παραγωγή χαμηλότερων επιπέδων του υποδοχέα, με αποτέλεσμα να εμφανίζει και μικρότερη ευαισθησία στην παρουσία λίπους στις τροφές. Τα άτομα αυτά λοιπόν φαίνεται ότι είναι πιο επιρρεπή στην παχυσαρκία.

Η δρ Γιανίνα Πεπίνο που συμμετείχε στη μελέτη τόνισε ότι «εάν λάβουμε υπόψη μας τα αποτελέσματα στα ζώα μια διατροφή πλούσια σε λιπαρά οδηγεί σε μικρότερη παραγωγή του CD36, γεγονός που με τη σειρά του μπορεί να κάνει το άτομο λιγότερο ευαίσθητο στη γεύση του λίπους. Τα αποτελέσματά μας μαρτυρούν ότι τα παχύσαρκα άτομα παράγουν μικρότερες ποσότητες της πρωτεΐνης CD36. Ετσι φαίνεται λογικό ότι μπορούν να τροποποιηθούν οι ποσότητες της πρωτεΐνης που παράγει ένα άτομο, τόσο μέσω της γενετικής όσο και μέσω της διατροφής».

Πηγή : tovima.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Κοινωνική Ενημέρωση: Θέσεις εργασίας

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *